Την ανάγκη για άμεση απομόνωση όσων έχουν εκτεθεί στον χανταϊό υπογράμμισε ο λοιμωξιολόγος Νίκος Σύψας, επισημαίνοντας την ανάγκη οι υγειονομικές αρχές να είναι σε ετοιμότητα για την αντιμετώπιση πιθανών κρουσμάτων.
Παράλληλα, τόνισε την απουσία διαθέσιμου φαρμάκου ή εμβολίου κατά του ιού, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο που συνεπάγεται η εξάπλωσή του.
Ο κ. Σύψας εξήγησε ότι ο χανταϊός μεταδίδεται μέσω της εισπνοής σκόνης που προέρχεται από τα περιττώματα ποντικών, τα οποία μολύνουν το έδαφος. Οι άνθρωποι που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο έκθεσης στην Ελλάδα είναι κυρίως εργαζόμενοι σε υπόγεια, κυνηγοί και δασοκόμοι. Σημείωσε ότι το 1985 καταγράφηκαν στην Ήπειρο περίπου δέκα κρούσματα, ενώ περιστασιακά εμφανίζονται ένα ή δύο νέα κρούσματα.
Επιπλέον, ο λοιμωξιολόγος επισήμανε πως ο χανταϊός που κυκλοφορεί στη χώρα μας έχει σχετικά χαμηλότερη θνητότητα, κοντά στο 10%, και παρουσιάζει διαφορετικά συμπτώματα σε σχέση με άλλες μορφές του ιού.
Σε θετικό σημείο, ερευνητές του Πανεπιστημίου του Bath στη Βρετανία εργάζονται πάνω στην ανάπτυξη εμβολίου κατά του χανταϊού. Το εμβόλιο έχει ήδη δοκιμαστεί σε εργαστηριακό επίπεδο και σε ζωικά μοντέλα, επιτυγχάνοντας ισχυρές ανοσολογικές αποκρίσεις, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του ιδρύματος.
Ωστόσο, ο κ. Σύψας τόνισε ότι η μετάδοση του χανταϊού δεν είναι τόσο εύκολη όσο αυτή του κορoνοϊού, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την προσεκτική παρακολούθηση των επαφών και την έγκαιρη απομόνωση για τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας.
Μια λοίμωξη μπορεί να εξελιχθεί ραγδαία και να καταστεί απειλητική για τη ζωή. Οι ειδικοί αναφέρουν ότι μπορεί να ξεκινήσει με συμπτώματα όπως πυρετός, ρίγη, μυϊκοί πόνοι και, ενδεχομένως, πονοκέφαλος.
«Στα αρχικά στάδια της νόσου, μπορεί πραγματικά να μην είναι δυνατό να διακρίνει κανείς τη διαφορά μεταξύ του χανταϊού και της γρίπης», εξηγεί η δρ Σόνια Μπαρτολόμε του Ιατρικού Κέντρου UT Southwestern στο Ντάλας.
Τα συμπτώματα του πνευμονικού συνδρόμου (HPS) εμφανίζονται συνήθως μία έως οκτώ εβδομάδες μετά την επαφή με μολυσμένο τρωκτικό. Καθώς η λοίμωξη εξελίσσεται, οι ασθενείς ενδέχεται να αισθανθούν σφίξιμο στο στήθος, καθώς οι πνεύμονες γεμίζουν με υγρό.
Το άλλο σύνδρομο που προκαλείται από τον χανταϊό –αιμορραγικός πυρετός με νεφρικό σύνδρομο (HFRS)– συνήθως αναπτύσσεται εντός μίας ή δύο εβδομάδων μετά την έκθεση.
Τα ποσοστά θνησιμότητας ποικίλλουν ανάλογα με τον χανταϊό που προκαλεί τη νόσο. Σύμφωνα με τα CDC, το ποσοστό θνησιμότητας στο πνευμονικό σύνδρομο ανέρχεται σε περίπου 38%, ενώ για τον αιμορραγικό πυρετό με νεφρικό σύνδρομο κυμαίνεται από 1% έως 15% των ασθενών.

