Πώς ο κραταιός «Μαρινόπουλος» έφτασε στην πτώση του
Υπήρξε για δεκαετίες συνώνυμο του λιανεμπορίου στην Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα και του φαρμάκου, τόσο ως λιανική πώληση όσο και ως παραγωγή. Το όνομά της συνδέθηκε με την άφιξη στην Ελλάδα των πλέον εμβληματικών ξένων αλυσίδων λιανικής σε ποικίλες κατηγορίες. Ο επικεφαλής της οικογένειας τις δεκαετίες ’60 και ’70 διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων, όπως λεγόταν τότε ο ΣΕΒ, με τις θητείες του, μάλιστα, να αποτελούν σταθμό στην ιστορία του συνδέσμου. Ο λόγος φυσικά για την οικογένεια Μαρινόπουλου, μια επιχειρηματική αυτοκρατορία που κυριάρχησε στην ελληνική αγορά, αλλά και στις γειτονικές βαλκανικές χώρες, για πολλές δεκαετίες. Οπως κάθε αυτοκρατορία, έτσι κι αυτή, μετά την κατάρρευση που προκάλεσε πτώχευση της ομώνυμης αλυσίδας σούπερ μάρκετ πριν από 10 χρόνια, μετά την πρόσφατη απώλεια και της αλυσίδας καφέ Starbucks, πλησιάζει, όπως όλα δείχνουν, στο οριστικό τέλος της. Οι λόγοι της κατάρρευσης; Ανταγωνισμός από άλλους «παίκτες», λανθασμένοι χειρισμοί, υπερβολικά «ανοίγματα» και αθέτηση πληρωμών προς προμηθευτές, ενδοοικογενειακές διαφωνίες, με την οικονομική κρίση να δρα περισσότερο ως επιταχυντής των εξελίξεων παρά ως κύρια αιτία.
Η αφετηρία της οικογένειας στο λιανεμπόριο είναι το 1893, όταν ο Δημήτρης Μαρινόπουλος ανοίγει στην οδό Σόλωνος φαρμακείο, πιθανόν το πρώτο στην πρωτεύουσα. Το 1905, μαζί με τον αδελφό του, Πάνο, ανοίγει δεύτερο φαρμακείο στην οδό Φιλελλήνων, ενώ το 1908 ανοίγει το ιστορικό φαρμακείο στα Χαυτεία, στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Πατησίων. Μετά τον θάνατο του Δημήτρη σε ατύχημα, ο Πάνος αναλαμβάνει τα δύο φαρμακεία, ιδρύοντας και τρίτο στο Κολωνάκι, το 1938. Ο Πάνος Μαρινόπουλος συνέχισε να εργάζεται ως φαρμακοποιός μέχρι τον θάνατό του, το 1968.
Το 1949 η οικογένεια, η οποία ήδη στο φαρμακείο έκανε στην ουσία παρασκευή φαρμάκων, όπως άλλωστε γινόταν εκείνα τα χρόνια, εισέρχεται και στη βιομηχανική παραγωγή, με τους δίδυμους γιους του Πάνου Μαρινόπουλου, Δημήτρη και Ιωάννη, να ιδρύουν τη φαρμακοβιομηχανία ΦΑΜΑΡ.
To 1962 η οικογένεια Μαρινόπουλου εισέρχεται στον κλάδο του λιανεμπορίου τροφίμων ανοίγοντας επί της οδού Κανάρη 9 στο Κολωνάκι το πρώτο σούπερ μάρκετ με επωνυμία Self Service Μαρινόπουλος και σλόγκαν «Μόνοι σας διαλέγετε και αγοράζετε». Εκεί, στην οδό Κανάρη, επιχειρήθηκε την άνοιξη του 2016 να γίνει η αφετηρία για μια νέα αρχή στο πλαίσιο της συνολικής αναδιοργάνωσης της «Μαρινόπουλος», όταν παλιό κατάστημα της αλυσίδας μετατράπηκε σε deli και εμφανίστηκε με νέο λογότυπο, προσπάθεια όμως η οποία δεν είχε συνέχεια, καθώς η πτώχευση τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς δεν στάθηκε δυνατό να αποφευχθεί.
Το φαρμακείο Μαρινόπουλου στη συμβολή Πατησίων και Πανεπιστημίου τη δεκαετία του ’30 (φωτογραφία από το βιβλίο με τίτλο «Φαρμακεία της Ελλάδος …από το χθες στο σήμερα»).
Το 1965 ξεκινάει η συνεργασία με τη γαλλική Le Printemps, η οποία είχε το σήμα Prisunic, και τα καταστήματα σούπερ μάρκετ μετονομάζονται σε Prisunic Μαρινόπουλος. Ενα χρόνο μετά o Δημήτρης Μαρινόπουλος εκλέγεται πρόεδρος του ΣΕΒ. Ο Σύνδεσμος, μάλιστα, υπό την προεδρία του εγκαινίασε τον Ιούνιο του 1966 το πρόγραμμα της θερινής απασχόλησης σπουδαστών στη βιομηχανία, ενώ ο Δ. Μαρινόπουλος εξαγγέλλει ότι προετοιμάζει τη διοργάνωση πανελλήνιου βιομηχανικού συνεδρίου με τη συμμετοχή και των προέδρων βιομηχανικών συνδέσμων των έξι τότε κρατών-μελών της ΕΟΚ. Το 1970 ο Δ. Μαρινόπουλος παραδίδει τη σκυτάλη της ηγεσίας του ΣΕΒ επικαλούμενος φόρτο εργασίας, με τον πραγματικό λόγο όμως να είναι οι διαφωνίες του με τους δικτάτορες. Το 1974, άλλωστε, λίγους μήνες πριν από την κατάρρευση του καθεστώτος, ο Δημήτρης Μαρινόπουλος επανέρχεται στην προεδρία του ΣΕΒ, στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1978. Το 1975 διοργανώνει το βιομηχανικό συνέδριο που είχε εξαγγείλει το 1966, ενώ πρωτοστατεί στην ίδρυση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Δύο χρόνια πριν, το 1973, η οικογένεια είχε λανσάρει μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες εμπορικές μασκότ για δυόμισι περίπου δεκαετίες, τον Πι-Μι, το θρυλικό κίτρινο ανθρωπάκι που βρισκόταν στις πινακίδες των σούπερ μάρκετ, στις διαφημίσεις και φυσικά στις σακούλες.
Τη δεκαετία του ’90 η «Μαρινόπουλος» αγοράζει διάφορες ελληνικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ, όπως η Tresco, και κυριαρχεί στον κλάδο, ενώ ξεκινάει συνεργασία με τη γαλλική Continent. H εξαγορά της Continent από την Carrefour σηματοδοτεί τη συνεργασία της «Μαρινόπουλος» από το 1999 μέχρι το 2012, οπότε οι Γάλλοι αποχωρούν από την κοινοπραξία που είχαν με την ελληνική εταιρεία.
Η δραστηριότητα της οικογένειας Μαρινόπουλου συνεχίζεται και σε άλλους τομείς πέραν του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων. Τον Σεπτέμβριο του 1990 ανοίγει στην Ελλάδα το πρώτο κατάστημα της βρετανικής αλυσίδας Marks & Spencer μέσω της Marks & Spencer Marinopoulos BV. Οι πελάτες των σούπερ μάρκετ της «Μαρινόπουλος» είχαν ήδη επαφή από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 με τα είδη ένδυσης της βρετανικής αλυσίδας τα οποία πωλούνταν υπό το σήμα St Michael, σήμα το οποίο η Marks & Spencer σταμάτησε να χρησιμοποιεί το 2000. Από το 2008 άρχισε σταδιακά να μειώνεται το ποσοστό της οικογένειας Μαρινόπουλου από τη Marks & Spencer Marinopoulos BV, για να αποχωρήσει οριστικά από αυτήν το 2025. Το 2008, ωστόσο, η οικογένεια φέρνει στην Ελλάδα την αμερικανική αλυσίδα ειδών ένδυσης Gap, τη μοναδική πλέον δραστηριότητα στο λιανεμπόριο που εξακολουθεί να ασκεί μέσω της εταιρείας «Κάκτος Σύμβουλοι Α.Ε.», η οποία βρίσκεται πάντως σε φάση εξυγίανσης και αναδιάρθρωσης.
Από το 1982 η οικογένεια είχε δημιουργήσει τα καταστήματα καλλυντικών Beauty Shop, τα οποία στη συνέχεια μετονομάστηκαν σε Sephora, όταν η «Μαρινόπουλος» δημιούργησε τη Sephora Μαρινόπουλος ΑΕΕ, στην οποία συμμετείχε σε ποσοστό 50%, με το άλλο 50% να κατέχει ο πολυεθνικός κολοσσός LVΜΗ, εταιρεία από την οποία επίσης αποχώρησε.
Πολύ πιο σύντομη ήταν η πορεία της Fnac στην Ελλάδα, παρά τις θριαμβευτικές ανακοινώσεις με τις οποίες συνοδεύτηκε η άφιξη της γαλλικής αλυσίδας ειδών τεχνολογίας το 2005. Η αλυσίδα, η οποία αναπτύχθηκε στην Ελλάδα από κοινοπρακτικό σχήμα της οικογένειας Μαρινόπουλου με τη γαλλική Fnac, αποχώρησε από την ελληνική αγορά το καλοκαίρι του 2010 και ενώ ήδη η Ελλάδα είχε εισέλθει σε καθεστώς μνημονίου. Ανάλογη πορεία είχε και η δραστηριότητα της οικογένειας στο λιανεμπόριο οπτικών ειδών με την αλυσίδα Grand Optical.
Το Starbucks της Κοραή, το οποίο άνοιξε το 2013.
Η πορεία προς τον επίλογο γράφτηκε τη Μεγάλη Τρίτη, όταν ανακοινώθηκε ότι o όμιλος Alshaya από το Κουβέιτ αναλαμβάνει τα δικαιώματα λειτουργίας και ανάπτυξης των καταστημάτων καφέ Starbucks σε Ελλάδα και Κύπρο, καθώς και τον έλεγχο της επιχείρησης «Μαρινόπουλος Καφέ», κλείνοντας έτσι ένα ακόμη κεφάλαιο 24 ετών στην ιστορία της μεγάλης αυτής επιχειρηματικής οικογένειας.
Η πτώχευση και το ντόμινο επιπτώσεων
Ο πραγματικός επίλογος, και μάλιστα με πάταγο για την επιχειρηματική ιστορία της οικογένειας Μαρινόπουλου, γράφτηκε το καλοκαίρι του 2016, όταν η «Μαρινόπουλος» κατέθεσε αίτηση πτώχευσης υπό το βάρος των υποχρεώσεων προς τους προμηθευτές της, οι οποίες ξεπερνούσαν το 1 δισ. ευρώ. Η πρακτική των πολλών ημερών πίστωσης που η αλυσίδα σούπερ μάρκετ είχε «επιβάλει» στους προμηθευτές, λόγω του τεράστιου δικτύου της, η αγορά τζίρου μέσω μιας αλόγιστης πρακτικής εξαγορών, ακόμη και μετά την είσοδο της Ελλάδας σε καθεστώς μνημονίου και την επακόλουθη κάμψη της ζήτησης, με την επιχείρηση να θυμίζει τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας, η απουσία ελέγχου στο τι συνέβαινε στο εσωτερικό του ομίλου, από την κατώτερη βαθμίδα μέχρι τις υψηλές διοικητικές θέσεις, οδήγησαν στην κατάρρευση του μεγαλύτερου τότε λιανεμπόρου στη χώρα και στη μεταβίβαση του δικτύου στη «Σκλαβενίτης». Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθούν και οι διαφωνίες τότε στο εσωτερικό της οικογένειας, διαφωνίες οι οποίες απείλησαν να τινάξουν στον αέρα τη συμφωνία εξυγίανσης, λίγο πριν αυτή κατατεθεί στο δικαστήριο.
Το ντόμινο επιπτώσεων που θα είχε η μη διάσωσή τους, από την απώλεια των 10.800 θέσεων εργασίας στην αλυσίδα, καθώς και οι συνέπειες από τη μη πληρωμή των προμηθευτών (υπενθυμίζεται ότι με τη συμφωνία εξυγίανσης έγινε οριζόντιο «κούρεμα» των απαιτήσεων κατά 50%), οδήγησαν όλο το σύστημα, συμπεριλαμβανομένης και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ τότε, στο να στηρίξει όπως μπορούσε τη συμφωνία εξυγίανσης.
Ακριβώς λόγω του μεγέθους της, με παραγωγικές μονάδες εντός και εκτός Ελλάδας, διασώθηκε και η ΦΑΜΑΡ. Η βιομηχανία το 2017 πέρασε στον έλεγχο των τραπεζών, οι οποίες το 2018 μεταβιβάζουν τις μετοχές τους στην Pillarstone. Το 2020 η φαρμακοβιομηχανία περνά στον έλεγχο του κυπριακού fund ECM Partners και το 2024 πωλείται στο fund MidEuropa.
Πηγή: moneyreview

