Το μέλι θεωρείται πολύτιμο εδώ και αιώνες. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι εξέτρεφαν μέλισσες σε πήλινα δοχεία, ενώ οι μοναχοί στον Μεσαίωνα κατασκεύαζαν κυψέλες μέσα σε δέντρα. Ακόμη και η Βίβλος εξυμνεί τη γλυκύτητα και τις ευεργετικές του ιδιότητες.
Σήμερα, η δημοτικότητά του εκτοξεύεται, με την κατανάλωση τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο να καταγράφει ιστορικά υψηλά επίπεδα, καθώς όλο και περισσότεροι καταναλωτές αντικαθιστούν τη ραφιναρισμένη ζάχαρη με αυτό που θεωρούν μια πιο φυσική εναλλακτική λύση.
Παράλληλα, οι καταναλωτές πληρώνουν περισσότερο από ποτέ, με τις premium ποικιλίες «single-origin» και το μέλι Manuka να μετατρέπουν ένα απλό προϊόν της κουζίνας σε πολυτελές προϊόν ευεξίας.
Και ίσως αυτό να δικαιολογείται εν μέρει. Έρευνες δείχνουν ότι το μέλι μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της πέψης, να επιβραδύνει τη γήρανση και να ανακουφίσει από κοινές ασθένειες.
Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση του βάρους — ακόμη και να συμβάλει στην καταπολέμηση του καρκίνου.
Είναι όμως το μέλι πραγματικά τόσο υγιεινό όσο φαίνεται; Και αξίζει να ξοδεύει κανείς περισσότερα χρήματα για ακριβές μάρκες ή οι πιο οικονομικές επιλογές προσφέρουν τα ίδια οφέλη;
Ειδικοί μίλησαν για τα πλεονεκτήματα αλλά και τα μειονεκτήματα του μελιού — καθώς και για ένα συνηθισμένο λάθος που μπορεί να ακυρώσει εντελώς τα οφέλη του.
Τι περιέχει το μέλι – και γιατί εξακολουθεί να θεωρείται ζάχαρη
Το μέλι είναι μια γλυκιά ουσία που παράγεται από τις μέλισσες, οι οποίες συλλέγουν νέκταρ από λουλούδια και το μετατρέπουν σε σάκχαρα πριν το αποθηκεύσουν στις κυψέλες τους ως τροφή.
Το μέλι που πωλείται στα καταστήματα είναι η ίδια ουσία, ωστόσο παράγεται σε ειδικά σχεδιασμένες κυψέλες που επιτρέπουν στους μελισσοκόμους να το συλλέγουν τακτικά. Στη συνέχεια, συνήθως φιλτράρεται και επεξεργάζεται πριν συσκευαστεί σε βάζα ή μπουκάλια.
Αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από σάκχαρα — κυρίως φρουκτόζη και γλυκόζη — τα οποία απορροφώνται γρήγορα κατά την πέψη.
Μόλις μία κουταλιά της σούπας (20 γραμμάρια) περιέχει περίπου 61 θερμίδες, γι’ αυτό και η κατανάλωσή του πρέπει να γίνεται με μέτρο. Η υπερβολική πρόσληψη μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση βάρους και να αυξήσει τον κίνδυνο παχυσαρκίας, υψηλής αρτηριακής πίεσης και καρδιακών παθήσεων.
Η διαιτολόγος Μπεθ Τσερβόνι από το Οχάιο προειδοποιεί ότι το μέλι πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «υγρή ζάχαρη», παρά τη φυσική του προέλευση. Όπως και άλλες μορφές ζάχαρης, θα πρέπει να καταναλώνεται με μέτρο.
Οι διαιτολόγοι στην Αμερική συνιστούν ο περιορισμός της πρόσθετης ζάχαρης να μην ξεπερνά τα 50 γραμμάρια ημερησίως σε μια διατροφή 2.000 θερμίδων — ποσότητα που αντιστοιχεί σε λιγότερο από τρεις κουταλιές της σούπας μέλι. Στη Βρετανία, το όριο είναι ακόμη χαμηλότερο, στα 30 γραμμάρια ημερησίως για τους ενήλικες.
Αν καταναλώνεται στο πλαίσιο μιας κακής διατροφής, το μέλι απλώς προσθέτει επιπλέον θερμίδες. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Τσερβόνι, «σε αντίθεση με την κοινή ζάχαρη, διαθέτει ορισμένα ιδιαίτερα και μοναδικά οφέλη για την υγεία».
Γιατί το μέλι μπορεί να ενισχύσει την υγεία του εντέρου
Σε αντίθεση με τη ραφιναρισμένη ζάχαρη, το μέλι περιέχει μικρές ποσότητες βιταμινών, μετάλλων και άλλων ευεργετικών συστατικών.
Είναι επίσης πλούσιο σε αντιοξειδωτικά — μεταξύ αυτών πολυφαινόλες και φλαβονοειδή — που βοηθούν στην εξουδετέρωση των ελεύθερων ριζών, ασταθών μορίων που προκαλούν βλάβες στα κύτταρα και επιταχύνουν τη γήρανση.
Οι συγκεκριμένες ενώσεις ενδέχεται επίσης να συμβάλλουν στη μείωση των φλεγμονών, οι οποίες όταν παρατείνονται μπορούν να οδηγήσουν σε διάφορες χρόνιες παθήσεις.
Μία κουταλιά της σούπας μέλι περιέχει περίπου 17 γραμμάρια υδατανθράκων, γεγονός που μπορεί να βοηθήσει ορισμένους ανθρώπους να αισθάνονται χορτάτοι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε σύγκριση με τη ραφιναρισμένη ζάχαρη.
Παράλληλα, αυξάνονται τα επιστημονικά δεδομένα που δείχνουν ότι το μέλι μπορεί να υποστηρίξει την καλή λειτουργία του εντέρου.
Οι ερευνητές αναφέρουν ότι περιέχει ολιγοσακχαρίτες — σάκχαρα που δεν διασπώνται από τα ανθρώπινα ένζυμα. Αντίθετα, περνούν από το πεπτικό σύστημα και λειτουργούν ως «τροφή» για τα ωφέλιμα βακτήρια του εντέρου.
Ανασκόπηση μελετών του 2022 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία αυτή μπορεί να αυξήσει τον πληθυσμό των «καλών» βακτηρίων, ενισχύοντας συνολικά την υγεία του πεπτικού συστήματος.
Μια μικρή μελέτη του 2018 έδειξε ότι νοσηλευόμενοι ασθενείς που κατανάλωναν μέλι σε ποσότητα ίση με το 10% των ημερήσιων θερμίδων τους παρουσίασαν αύξηση στα ωφέλιμα βακτήρια του εντέρου, αν και τα αποτελέσματα δεν θεωρήθηκαν στατιστικά σημαντικά.
Πιο πρόσφατα, μελέτη του 2024 διαπίστωσε ότι η προσθήκη μελιού στο γιαούρτι βοήθησε περισσότερα βακτήρια να επιβιώσουν κατά την πέψη, ενισχύοντας έτσι την προβιοτική του δράση.
Πώς το μέλι μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση υγιούς βάρους
Σύμφωνα με ολοένα και περισσότερες έρευνες, η κατανάλωση μελιού με μέτρο ενδέχεται να συμβάλει στην αποφυγή αύξησης βάρους.
Ορισμένες μελέτες υποστηρίζουν μάλιστα ότι, όταν αντικαθιστά άλλα γλυκαντικά όπως η κοινή ζάχαρη, η ιδιαίτερη μοριακή του δομή και οι βιοδραστικές ενώσεις του επηρεάζουν διαφορετικά τον τρόπο με τον οποίο το σώμα επεξεργάζεται την ενέργεια.
Αν και αυτό θεωρείται πιο ασφαλές, κάποιοι ειδικοί σημειώνουν ότι η επεξεργασία του μελιού μπορεί να μειώσει τα επίπεδα αντιοξειδωτικών και άλλων ωφέλιμων συστατικών.
Το ωμό μέλι — δηλαδή το μη επεξεργασμένο — εκτιμάται ότι διατηρεί περισσότερες από αυτές τις ενώσεις, ενώ οι πιο σκούρες ποικιλίες θεωρούνται πλουσιότερες σε θρεπτικά στοιχεία.
Ωστόσο, το ωμό μέλι ενέχει μικρό κίνδυνο επιμόλυνσης και γι’ αυτό πρέπει να καταναλώνεται με προσοχή.
Η διαιτολόγος Μπεθ Τσερβόνι ανέφερε: «Όσο πιο διαυγές είναι το μέλι, τόσο πιο επεξεργασμένο θεωρείται. Το ωμό μέλι φαίνεται συχνά να είναι η καλύτερη επιλογή».
Σε κλινική δοκιμή που δημοσιεύθηκε το 2008, 55 υπέρβαροι ή παχύσαρκοι εθελοντές χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: η μία κατανάλωνε καθημερινά 70 γραμμάρια κοινής ζάχαρης και η άλλη 70 γραμμάρια μελιού.
Έπειτα από έναν μήνα, όσοι κατανάλωναν μέλι εμφάνισαν ήπια μείωση 1,3% στο συνολικό σωματικό βάρος, 1,1% στο λίπος και 1,2% στον δείκτη μάζας σώματος (BMI). Αντίθετα, η ομάδα που κατανάλωνε κοινή ζάχαρη πήρε βάρος.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι το μέλι μπορεί να επηρεάζει ορμόνες που σχετίζονται με την πείνα και τον κορεσμό, μειώνοντας συνολικά τις λιγούρες για γλυκό.
Επιπλέον, επειδή διασπάται πιο αργά κατά την πέψη, περιορίζει τις απότομες αυξομειώσεις του σακχάρου στο αίμα που συχνά προκαλούν έντονη επιθυμία για φαγητό.
Τα στοιχεία πίσω από τους ισχυρισμούς για αντιγήρανση και αντικαρκινική δράση
Ορισμένες εργαστηριακές μελέτες δείχνουν ότι το μέλι μπορεί να επιβραδύνει την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων, αν και η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο.
Άλλες μελέτες υποστηρίζουν ότι μπορεί να βοηθήσει στην ανακούφιση συμπτωμάτων σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για καρκίνο.
Σε ινδική μελέτη του 2015 με 78 ασθενείς που έκαναν ακτινοθεραπεία, όσοι λάμβαναν μέλι παρουσίασαν λιγότερο πόνο — πιθανότατα χάρη στις αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές του.
Οι ειδικοί θεωρούν ότι αυτή η ίδια δράση εξηγεί γιατί το μέλι χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια ως φυσικό γιατροσόφι για τον βήχα και το κρυολόγημα.
Ανάλυση του 2020 από επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης διαπίστωσε ότι το μέλι βελτίωσε τα συμπτώματα και μείωσε ελαφρώς τη διάρκεια της ασθένειας σε άτομα με λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού.
Τόσο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας όσο και η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής συνιστούν το μέλι ως αντιμετώπιση για τον βήχα.
Γιατί έχει σημασία το είδος του μελιού που επιλέγετε
Υπάρχουν χιλιάδες ποικιλίες, με τα επίπεδα θρεπτικών συστατικών να διαφέρουν ανάλογα με την περιοχή όπου ζούσαν οι μέλισσες και τον τρόπο επεξεργασίας του προϊόντος.
Τα περισσότερα μέλια των σούπερ μάρκετ έχουν υποστεί παστερίωση — θερμαίνονται και ψύχονται γρήγορα ώστε να εξοντωθούν τα βακτήρια.

